tempéré
tempéré
tɑ̃peʁe
taapere

Ορισμός και σημασία του "tempéré"στα γαλλικά

01

μετριος, συγκεκριμένος

ni trop chaud ni trop froid 
tempéré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tempéré
συγκριτικός βαθμός
plus tempéré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tempéré
αρσενικό πληθυντικό
tempérés
θηλυκό ενικό
tempérée
θηλυκό πληθυντικό
tempérées
Παραδείγματα
Le printemps en Bretagne est doux et tempéré. 

Η άνοιξη στη Βρετάνη είναι ήπια και μετριοπαθής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store