le temple
temple
tãpl
τãπλ
tempe

Ορισμός και σημασία του "temple"στα γαλλικά

01

ναός, ιερό

lieu religieux où l'on pratique un culte 
le temple definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
temples
Παραδείγματα
Ils prient dans le temple chaque semaine. 

Προσεύχονται στον ναό κάθε εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store