Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La teinte
01
απόχρωση, τόνος
variation d'une couleur qui diffère par sa clarté, son intensité ou sa nuance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
teintes
Παραδείγματα
Les artistes jouent avec les teintes pour créer des effets de profondeur.
Οι καλλιτέχνες παίζουν με τις αποχρώσεις για να δημιουργήσουν εφέ βάθους.
02
σημάδι, ίχνος
signe, trace ou petite marque laissée sur quelque chose
Παραδείγματα
Une teinte de peinture est restée sur ses doigts.
Ένα ίχνος μπογιάς έμεινε στα δάχτυλά της.



























