Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le taux
01
ποσοστό, δείκτης
rapport ou pourcentage servant à mesurer une quantité ou un indicateur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
taux
Παραδείγματα
Le taux de chômage a augmenté cette année.
Ο ρυθμός της ανεργίας έχει αυξηθεί φέτος.



























