Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le taux
[gender: masculine]
01
ποσοστό, δείκτης
rapport ou pourcentage servant à mesurer une quantité ou un indicateur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
taux
Παραδείγματα
Le gouvernement veut réduire le taux d' inflation.
Η κυβέρνηση θέλει να μειώσει τον ρυθμό του πληθωρισμού.



























