la taupinière
tau
to
to
pi
pi
pi
nière
njɛ:ʁ
nyer
adversairemusculairehémisphèreSagittaire

Ορισμός και σημασία του "taupinière"στα γαλλικά

La taupinière
01

ασβολοχώμα, μικρός λόφος τυφλοπόντικα

petit tas de terre rejeté à la surface du sol par une taupe 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
taupinières
Παραδείγματα
Le jardin est plein de taupinières depuis quelques jours. 

Ο κήπος είναι γεμάτος ασβολέρους εδώ και λίγες μέρες.

02

μικρός λόφος, ασήμαντο πράγμα

petite élévation ou chose insignifiante, souvent par opposition à « montagne » 
Παραδείγματα
Ne fais pas d'une taupinière une montagne ! 

Μην κάνεις από ένα μικρό λόφο ένα βουνό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store