Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le séjour
01
σαλόνι, καθιστικό
pièce de la maison où l'on se repose et reçoit les invités
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
séjours
Παραδείγματα
Le séjour donne sur le jardin.
Το σαλόνι βλέπει στον κήπο.
02
διαμονή, παραμονή
temps passé dans un endroit, souvent pour voyager ou travailler
Παραδείγματα
Le séjour comprend l' hébergement et les repas.
Η διαμονή περιλαμβάνει διαμονή και γεύματα.



























