le jour
se
se
jour
ʒuʁ
zhoor

Ορισμός και σημασία του "séjour"στα γαλλικά

01

σαλόνι, καθιστικό

pièce de la maison où l'on se repose et reçoit les invités 
le séjour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
séjours
Παραδείγματα
Le séjour est très lumineux. 

Το σαλόνι είναι πολύ φωτεινό.

02

διαμονή, παραμονή

temps passé dans un endroit, souvent pour voyager ou travailler 
le séjour definition and meaning
Παραδείγματα
Son séjour à Paris a duré deux semaines. 

Η διαμονή του στο Παρίσι διήρκεσε δύο εβδομάδες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store