séduisant
Pronunciation
/sedɥizɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "séduisant"στα γαλλικά

séduisant
01

γοητευτικός, συναρπαστικός

qui plaît par son apparence
séduisant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus séduisant
συγκριτικός βαθμός
plus séduisant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
séduisant
αρσενικό πληθυντικό
séduisants
θηλυκό ενικό
séduisante
θηλυκό πληθυντικό
séduisantes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store