Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le syndicat
01
συνδικάτο, ένωση
organisation qui défend les intérêts professionnels ou sociaux de ses membres
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
syndicats
Παραδείγματα
Il participe aux réunions du syndicat chaque mois.
Συμμετέχει στις συναντήσεις του συνδικάτου κάθε μήνα.



























