symétrique

Ορισμός και σημασία του "symétrique"στα γαλλικά

symétrique
01

συμμετρικός, συμμετρική

qui a une symétrie, dont les parties sont disposées de manière égale ou équilibrée de chaque côté d'un axe
symétrique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus symétrique
συγκριτικός βαθμός
plus symétrique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
symétrique
αρσενικό πληθυντικό
symétriques
θηλυκό ενικό
symétrique
θηλυκό πληθυντικό
symétriques
Παραδείγματα
En géométrie, un carré est une figure symétrique.
Στη γεωμετρία, ένα τετράγωνο είναι ένα συμμετρικό σχήμα.
02

συμμετρικός, ισορροπημένος

qui est équilibré ou proportionné, présentant une égalité ou une régularité dans sa forme ou sa disposition
Παραδείγματα
La coupe symétrique de la robe met en valeur la silhouette.
Η συμμετρική κοπή του φορέματος αναδεικνύει τη σιλουέτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store