Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le symptôme
01
σύμπτωμα, εκδήλωση
un signe ou une manifestation indiquant une maladie ou un problème de santé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
symptômes
Παραδείγματα
Certains symptômes nécessitent une attention immédiate.
Συμπτώματα απαιτούν άμεση προσοχή.



























