le symptôme
Pronunciation
/sɛ̃ptom/

Ορισμός και σημασία του "symptôme"στα γαλλικά

01

σύμπτωμα, εκδήλωση

un signe ou une manifestation indiquant une maladie ou un problème de santé
le symptôme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
symptômes
Παραδείγματα
Certains symptômes nécessitent une attention immédiate.
Συμπτώματα απαιτούν άμεση προσοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store