Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La suspense
[gender: feminine]
01
αγωνία, ένταση
état d'attente et d'incertitude qui maintient l'attention
Παραδείγματα
Le suspense maintient les spectateurs captivés.
Η αγωνία κρατά τους θεατές αιχμαλωτισμένους.



























