la suspense
sus
sys
συσ
pense
pɑ̃s
πασ

Ορισμός και σημασία του "suspense"στα γαλλικά

01

αγωνία, ένταση

état d'attente et d'incertitude qui maintient l'attention 
la suspense definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le suspense du film était insoutenable. 

Η αγωνία της ταινίας ήταν αβάσταχτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

suspense
suspend
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store