le suspect
sus
sys
sys
pect
pe

Ορισμός και σημασία του "suspect"στα γαλλικά

01

ύποπτος, ύποπτη

personne que l'on soupçonne d'avoir commis un crime ou une infraction 
le suspect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
suspects
Παραδείγματα
Le suspect a été arrêté près de la scène du crime. 

Ο ύποπτος συνελήφθη κοντά στη σκηνή του εγκλήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store