Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
survoler
01
πετάω μια ματιά, κάνω μια γρήγορη ματιά
examiner rapidement et superficiellement
Παραδείγματα
Je n' ai fait que survoler les instructions.
Απλώς περιέτρεξα τις οδηγίες.
02
πετώ πάνω από, διασχίζω από ψηλά
traverser l'espace aérien au-dessus d'un lieu sans s'y arrêter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
survole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
survolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
survolerai
ενεστώτα μετοχή
survolant
παθητική μετοχή
survolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
survolions
Παραδείγματα
Le drone survole le chantier pour inspecter les travaux.
Το drone πετάει πάνω από το εργοτάξιο για να επιθεωρήσει τις εργασίες.
Λεξικό Δέντρο
survoler
sur
voler



























