survoler
sur
sʏʁ
sur
vo
vaw
ler
le
le
surfilersurgeler

Ορισμός και σημασία του "survoler"στα γαλλικά

survoler
01

πετάω μια ματιά, κάνω μια γρήγορη ματιά

examiner rapidement et superficiellement 
survoler definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai survolé le rapport avant la réunion. 

Περιέτρεξα την έκθεση πριν από τη συνάντηση.

02

πετώ πάνω από, διασχίζω από ψηλά

traverser l'espace aérien au-dessus d'un lieu sans s'y arrêter 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
survole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
survolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
survolerai
ενεστώτα μετοχή
survolant
παθητική μετοχή
survolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
survolions
Παραδείγματα
L'avion a survolé la ville à basse altitude. 

Το αεροπλάνο πέταξε πάνω από την πόλη σε χαμηλό υψόμετρο.

Λεξικό Δέντρο

survoler

sur

+

voler

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store