susciter
susc
sys
sys
i
i
i
ter
te
te

Ορισμός και σημασία του "susciter"στα γαλλικά

susciter
01

προκαλώ, γεννώ

faire naître ou provoquer quelque chose (réaction, sentiment, situation) 
susciter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
suscite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
suscitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
susciterai
ενεστώτα μετοχή
suscitant
παθητική μετοχή
suscité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
suscitions
Παραδείγματα
Son discours a suscité l'enthousiasme de la foule. 

Η ομιλία του προκάλεσε τον ενθουσιασμό του πλήθους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store