Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
susciter
01
προκαλώ, γεννώ
faire naître ou provoquer quelque chose (réaction, sentiment, situation)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
suscite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
suscitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
susciterai
ενεστώτα μετοχή
suscitant
παθητική μετοχή
suscité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
suscitions
Παραδείγματα
Cela pourrait susciter des changements profonds.
Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει βαθιές αλλαγές.



























