Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
survivre
01
επιβιώνω, παραμένω ζωντανός
continuer à vivre malgré des difficultés ou un danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
survis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
survivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
survivrai
ενεστώτα μετοχή
survivant
παθητική μετοχή
survécu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
survivions
Παραδείγματα
Ce bâtiment a survécu au tremblement de terre.
Αυτό το κτίριο επέζησε από τον σεισμό.
Λεξικό Δέντρο
survivre
sur
vivre



























