survivre
Pronunciation
/syʀvivʀ/

Ορισμός και σημασία του "survivre"στα γαλλικά

survivre
01

επιβιώνω, παραμένω ζωντανός

continuer à vivre malgré des difficultés ou un danger
survivre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
survis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
survivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
survivrai
ενεστώτα μετοχή
survivant
παθητική μετοχή
survécu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
survivions
Παραδείγματα
Ce bâtiment a survécu au tremblement de terre.
Αυτό το κτίριο επέζησε από τον σεισμό.

Λεξικό Δέντρο

survivre

sur

+

vivre

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store