la surdité
surdité
syʁd͡zite
syrdzite

Ορισμός και σημασία του "surdité"στα γαλλικά

01

κώφωση, απώλεια ακοής

perte totale ou partielle de l'audition 
la surdité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La surdité peut être congénitale ou acquise. 

Η κώφωση μπορεί να είναι συγγενής ή επίκτητη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store