Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La surdité
01
κώφωση, απώλεια ακοής
perte totale ou partielle de l'audition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La surdité partielle est fréquente chez les personnes âgées.
Η μερική κώφωση είναι συχνή στους ηλικιωμένους.



























