surdoser
Pronunciation
/syʁdozˈe/

Ορισμός και σημασία του "surdoser"στα γαλλικά

surdoser
01

υπερβολική δόση, λήψη υπερβολικής δόσης

prendre ou administrer une quantité de médicament supérieure à la dose normale ou recommandée
surdoser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surdose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surdosons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surdoserai
παθητική μετοχή
surdosé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surdosions
Παραδείγματα
L' hôpital traite plusieurs personnes qui ont surdosé des stimulants.
Το νοσοκομείο θεραπεύει αρκετά άτομα που υπερδοσολόγησαν διεγερτικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store