surdoser
surdoser
syʁdoze
syrdoze
supposer

Ορισμός και σημασία του "surdoser"στα γαλλικά

surdoser
01

υπερβολική δόση, λήψη υπερβολικής δόσης

prendre ou administrer une quantité de médicament supérieure à la dose normale ou recommandée 
surdoser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surdose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surdosons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surdoserai
παθητική μετοχή
surdosé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surdosions
Παραδείγματα
Le patient a surdosé un médicament contre la douleur. 

Ο ασθενής υπερδοσολόγησε ένα φάρμακο κατά του πόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store