Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La surconsommation
01
υπερκατανάλωση, υπερβολική κατανάλωση
consommation excessive dépassant les besoins réels ou les limites recommandées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La surconsommation d'électricité alerte les experts.
Η υπερκατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας προειδοποιεί τους ειδικούς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
surconsommation
sur
consommation



























