Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La surconsommation
[gender: feminine]
01
υπερκατανάλωση, υπερβολική κατανάλωση
consommation excessive dépassant les besoins réels ou les limites recommandées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La surconsommation plastique pollue les océans.
Η υπερκατανάλωση πλαστικών ρυπαίνει τους ωκεανούς.
Λεξικό Δέντρο
surconsommation
sur
consommation



























