la surconsommation
Pronunciation
/syʀkɔ̃sɔmasjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "surconsommation"στα γαλλικά

La surconsommation
[gender: feminine]
01

υπερκατανάλωση, υπερβολική κατανάλωση

consommation excessive dépassant les besoins réels ou les limites recommandées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La surconsommation plastique pollue les océans.
Η υπερκατανάλωση πλαστικών ρυπαίνει τους ωκεανούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store