Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supposer
01
υποθέτω, φαντάζομαι
imaginer ou admettre quelque chose comme possible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
suppose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
supposons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
supposerai
παθητική μετοχή
supposé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
supposions
Παραδείγματα
Tu peux supposer qu' ils ont oublié l' heure du rendez-vous.
Μπορείς να υποθέσεις ότι ξέχασαν την ώρα του ραντεβού.
02
φαντάζομαι, υποθέτω
envisager une possibilité ou formuler une hypothèse
Παραδείγματα
Nous supposons que les conditions économiques s' amélioreront.
Υποθέτουμε ότι οι οικονομικές συνθήκες θα βελτιωθούν.



























