supposer
su
sy
sy
ppo
po
po
ser
ze
ze
superposersupportersuppléersupputer

Ορισμός και σημασία του "supposer"στα γαλλικά

supposer
01

υποθέτω, φαντάζομαι

imaginer ou admettre quelque chose comme possible 
supposer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
suppose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
supposons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
supposerai
παθητική μετοχή
supposé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
supposions
Παραδείγματα
Je suppose qu'il est déjà parti. 

Υποθέτω ότι έχει ήδη φύγει.

02

φαντάζομαι, υποθέτω

envisager une possibilité ou formuler une hypothèse 
Παραδείγματα
Supposons que tu gagnes à la loterie, que ferais-tu ? 

Ας υποθέσουμε ότι κερδίζεις στο λαχείο, τι θα έκανες;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store