Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supposer
01
υποθέτω, φαντάζομαι
imaginer ou admettre quelque chose comme possible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
suppose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
supposons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
supposerai
παθητική μετοχή
supposé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
supposions
Παραδείγματα
Je suppose qu'il est déjà parti.
Υποθέτω ότι έχει ήδη φύγει.
02
φαντάζομαι, υποθέτω
envisager une possibilité ou formuler une hypothèse
Παραδείγματα
Supposons que tu gagnes à la loterie, que ferais-tu ?
Ας υποθέσουμε ότι κερδίζεις στο λαχείο, τι θα έκανες;



























