Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le supermarché
01
σούπερ μάρκετ, υπεραγορά
grand magasin où l'on vend des produits alimentaires et d'autres articles de consommation courante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
supermarchés
Παραδείγματα
Le supermarché est ouvert tous les jours jusqu'à 21 heures.
Το σούπερ μάρκετ είναι ανοιχτό κάθε μέρα μέχρι τις 21:00.



























