Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stérile
01
στείρος, άγονος
qui ne peut pas se reproduire ou avoir de descendants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus stérile
συγκριτικός βαθμός
plus stérile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
stérile
αρσενικό πληθυντικό
stériles
θηλυκό ενικό
stérile
θηλυκό πληθυντικό
stériles
Παραδείγματα
Le vétérinaire confirme que la jument est stérile.
Ο κτηνίατρος επιβεβαιώνει ότι η φοράδα είναι στείρα.



























