stérile
stérile
steʁɪl
steril
péril

Ορισμός και σημασία του "stérile"στα γαλλικά

01

στείρος, άγονος

qui ne peut pas se reproduire ou avoir de descendants 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus stérile
συγκριτικός βαθμός
plus stérile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
stérile
αρσενικό πληθυντικό
stériles
θηλυκό ενικό
stérile
θηλυκό πληθυντικό
stériles
θεματικό πεδίο
biologie, santé, reproduction
Παραδείγματα
Cette femelle est stérile depuis sa naissance. 

Αυτό το θηλυκό είναι στείρα από τη γέννησή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store