Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le souvenir
01
ανάμνηση, μνήμη
une image ou une idée dans la mémoire d'un moment passé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
souvenirs
Παραδείγματα
J'ai un souvenir très clair de mon enfance.
Έχω μια πολύ ξεκάθαρη ανάμνηση από την παιδική μου ηλικία.
02
ενθύμιο, αναμνηστικό
un objet que l'on achète ou garde pour se rappeler un lieu ou un événement
Παραδείγματα
J'ai acheté un souvenir du musée.
Αγόρασα ένα αναμνηστικό από το μουσείο.
souvenir
01
θυμάμαι, αναπολώ
rappeler un fait ou une personne dans sa mémoire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
souviens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
souvenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
souviendrai
ενεστώτα μετοχή
souvenant
παθητική μετοχή
souvenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
souvenions
Παραδείγματα
Je me souviens de mon premier jour d'école.
Θυμάμαι την πρώτη μου μέρα στο σχολείο.



























