Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soutenu
01
διατηρούμενος, συνεχής
qui se maintient longtemps, constant ou continu
Παραδείγματα
Son attention soutenue lui a permis de réussir l' examen.
Η συνεχής προσοχή του του επέτρεψε να περάσει τις εξετάσεις.



























