soupçonner
Pronunciation
/supsɔne/

Ορισμός και σημασία του "soupçonner"στα γαλλικά

soupçonner
01

υποπτεύομαι, αμφιβάλλω

penser que quelqu'un est coupable ou responsable sans preuve certaine
soupçonner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soupçonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soupçonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soupçonnerai
ενεστώτα μετοχή
soupçonnant
παθητική μετοχή
soupçonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soupçonnions
Παραδείγματα
Nous soupçonnons un complot.
Υποψιαζόμαστε μια συνωμοσία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store