soupçonner
soup
sup
soop
ço
saw
nner
ne
ne
soupçonné

Ορισμός και σημασία του "soupçonner"στα γαλλικά

soupçonner
01

υποπτεύομαι, αμφιβάλλω

penser que quelqu'un est coupable ou responsable sans preuve certaine 
soupçonner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soupçonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soupçonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soupçonnerai
ενεστώτα μετοχή
soupçonnant
παθητική μετοχή
soupçonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soupçonnions
Παραδείγματα
La police soupçonne cet homme du vol. 

Η αστυνομία υποψιάζεται αυτόν τον άνδρα για κλοπή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store