Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sonnerie
01
ήχος κλήσης, κουδούνισμα
le bruit ou le son produit par une cloche, un téléphone ou une alarme
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sonneries
Παραδείγματα
La sonnerie du téléphone a réveillé toute la maison.



























