Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sondage
01
δημοσκόπηση, έρευνα
enquête faite auprès d'un groupe de personnes pour connaître leurs opinions ou habitudes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sondages
Παραδείγματα
J'ai rempli l'ensemble du sondage.



























