le sommelier
sommelier
sɔməlje
sawmēlye

Ορισμός και σημασία του "sommelier"στα γαλλικά

01

σομελιέ, εξειδικευμένος σε κρασιά

personne qui conseille, sélectionne et sert  le vin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sommeliers
αρσενικό ενικό
sommelier
θηλυκό ενικό
sommelière
neutral form
conseiller en vin
Παραδείγματα
Le sommelier nous a recommandé un vin rouge. 

Ο σομελιέ μας συνέστησε ένα κόκκινο κρασί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store