le sommeil
Pronunciation
/sɔmɛj/

Ορισμός και σημασία του "sommeil"στα γαλλικά

Le sommeil
[gender: masculine]
01

ύπνος, ξεκούραση

état naturel de repos où le corps et l'esprit sont inactifs
le sommeil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sommeil
Παραδείγματα
Elle souffre de troubles du sommeil.
Υποφέρει από διαταραχές ύπνου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store