Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sommet
01
κορυφή
point le plus haut d'une montagne, d'une colline ou d'un relief naturel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sommets
Παραδείγματα
Le sommet de la montagne est couvert de neige.
Η κορυφή του βουνού είναι καλυμμένη με χιόνι.
02
κορυφή, άκρη
partie la plus élevée ou l'extrémité supérieure d'un objet ou d'une structure
Παραδείγματα
Le sommet de la tour est visible de loin.
Η κορυφή του πύργου είναι ορατή από μακριά.



























