Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sommaire
[gender: masculine]
01
πίνακας περιεχομένων, περίληψη
liste des parties principales d'un livre ou résumé bref d'un texte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sommaires
Παραδείγματα
Il a écrit un sommaire clair et concis.
Έγραψε μια σαφή και συνοπτική περίληψη.
sommaire
01
σύντομος, συνοπτικός
qui est bref, rapide ou fait en peu de mots
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sommaire
συγκριτικός βαθμός
plus sommaire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sommaire
αρσενικό πληθυντικό
sommaires
θηλυκό ενικό
sommaire
θηλυκό πληθυντικό
sommaires
Παραδείγματα
Sa présentation a été sommaire mais efficace.
Η παρουσίασή του ήταν σύντομη αλλά αποτελεσματική.



























