le sommaire
sommaire
sɔmaɛ̯ʁ
sawmaer

Ορισμός και σημασία του "sommaire"στα γαλλικά

01

πίνακας περιεχομένων, περίληψη

liste des parties principales d'un livre ou résumé bref d'un texte 
le sommaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sommaires
Παραδείγματα
Le sommaire du livre est au début. 

Η περίληψη του βιβλίου βρίσκεται στην αρχή.

01

σύντομος, συνοπτικός

qui est bref, rapide ou fait en peu de mots 
sommaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sommaire
συγκριτικός βαθμός
plus sommaire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sommaire
αρσενικό πληθυντικό
sommaires
θηλυκό ενικό
sommaire
θηλυκό πληθυντικό
sommaires
Παραδείγματα
Il a donné une réponse sommaire à la question. 

Έδωσε μια σύντομη απάντηση στην ερώτηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store