solide
Pronunciation
/sɔlˈid/

Ορισμός και σημασία του "solide"στα γαλλικά

01

στερεός, στέρεος

qui n'est ni liquide ni gazeux, ayant une forme stable
solide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus solide
συγκριτικός βαθμός
plus solide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
solide
αρσενικό πληθυντικό
solides
θηλυκό ενικό
solide
θηλυκό πληθυντικό
solides
Παραδείγματα
Le savon est solide, contrairement au gel liquide.
Το σαπούνι είναι στερεό, σε αντίθεση με το υγρό τζελ.
02

δυνατός, γερός

robuste, bien bâti ou ayant beaucoup de force
solide definition and meaning
Παραδείγματα
Le meuble est solide et résiste au temps.
Το έπιπλο είναι στερεό και αντιστέκεται στο χρόνο.
03

στερεός, ανθεκτικός

qui ne se casse pas facilement, durable et robuste
Παραδείγματα
Il a une santé solide grâce à son mode de vie sain.
Έχει στέρεη υγεία χάρη στον υγιεινό τρόπο ζωής του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store