Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
solide
01
στερεός, στέρεος
qui n'est ni liquide ni gazeux, ayant une forme stable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus solide
συγκριτικός βαθμός
plus solide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
solide
αρσενικό πληθυντικό
solides
θηλυκό ενικό
solide
θηλυκό πληθυντικό
solides
Παραδείγματα
La glace est solide à température négative.
Ο πάγος είναι στερεός σε αρνητική θερμοκρασία.
02
δυνατός, γερός
robuste, bien bâti ou ayant beaucoup de force
Παραδείγματα
Cet homme est solide et peut porter de lourdes charges.
Αυτός ο άνδρας είναι στερεός και μπορεί να μεταφέρει βαριά φορτία.
03
στερεός, ανθεκτικός
qui ne se casse pas facilement, durable et robuste
Παραδείγματα
Cette table est très solide et ne bouge pas.
Αυτό το τραπέζι είναι πολύ στερεό και δεν κινείται.



























