Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
solide
01
στερεός, στέρεος
qui n'est ni liquide ni gazeux, ayant une forme stable
Παραδείγματα
Le savon est solide, contrairement au gel liquide.
Το σαπούνι είναι στερεό, σε αντίθεση με το υγρό τζελ.
02
δυνατός, γερός
robuste, bien bâti ou ayant beaucoup de force
Παραδείγματα
Le meuble est solide et résiste au temps.
Το έπιπλο είναι στερεό και αντιστέκεται στο χρόνο.
03
στερεός, ανθεκτικός
qui ne se casse pas facilement, durable et robuste
Παραδείγματα
Il a une santé solide grâce à son mode de vie sain.
Έχει στέρεη υγεία χάρη στον υγιεινό τρόπο ζωής του.



























