Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La solution
[gender: feminine]
01
λύση, έξοδος
moyen ou méthode pour résoudre un problème ou une difficulté
Παραδείγματα
Il a apporté la solution au conflit.
Έφερε τη λύση στη διαμάχη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
λύση, έξοδος