la solution
solution
sɔlysjɔ̃
sawlysyaw

Ορισμός και σημασία του "solution"στα γαλλικά

01

λύση, έξοδος

moyen ou méthode pour résoudre un problème ou une difficulté 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
solutions
Παραδείγματα
Ils ont trouvé une solution à ce problème complexe. 

Βρήκαν μια λύση σε αυτό το περίπλοκο πρόβλημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dissolution
solution
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store