Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
situer
01
λαμβάνει χώρα, αναπτύσσεται
avoir lieu, se passer dans un temps ou un espace donné
Παραδείγματα
L'histoire se situe au Moyen Âge.
Η ιστορία διαδραματίζεται στον Μεσαίωνα.
02
τοποθετώ, καθορίζω τη θέση
placer quelque chose ou quelqu'un dans un lieu déterminé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
situe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
situons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
situerai
παθητική μετοχή
situé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
situions
Παραδείγματα
L'architecte a situé le jardin derrière la maison.
Ο αρχιτέκτονας τοποθέτησε τον κήπο πίσω από το σπίτι.
03
τοποθετώ, καθιστώ
se trouver dans un lieu ou une position
Παραδείγματα
L'hôtel se situe près de la gare
Το ξενοδοχείο βρίσκεται κοντά στον σταθμό.



























