Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sirop
01
σερβέτο, σερβέτο για το βήχα
liquide sucré utilisé comme médicament, souvent pour calmer la toux ou d'autres symptômes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sirops
Παραδείγματα
Ce sirop aide à soulager la gorge irritée.
Αυτό το σιρόπι βοηθά στην καταπράυνση του ερεθισμένου λαιμού.
02
σύροπος, γλυκός χυμός
liquide épais et sucré extrait de certains fruits ou plantes, utilisé en cuisine ou comme condiment
Παραδείγματα
Le sirop sucré est souvent utilisé pour aromatiser les crêpes.
Το γλυκό σιρόπι χρησιμοποιείται συχνά για να αρωματίσει τις κρέπες.



























