Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sirop
01
σερβέτο, σερβέτο για το βήχα
liquide sucré utilisé comme médicament, souvent pour calmer la toux ou d'autres symptômes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sirops
Παραδείγματα
Le médecin a prescrit un sirop contre la toux.
Ο γιατρός συνέταξε ένα σιρόπι για το βήχα.
02
σύροπος, γλυκός χυμός
liquide épais et sucré extrait de certains fruits ou plantes, utilisé en cuisine ou comme condiment
Παραδείγματα
Le sirop d'érable est très populaire au Canada.
Το σιρόπι σφενδάμου είναι πολύ δημοφιλές στον Καναδά.



























