Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
singulier
01
ατομικός, μεμονωμένος
qui concerne une seule personne ou chose, pris isolément
Παραδείγματα
Chaque élève reçoit une attention singulière de la part du professeur.
Κάθε μαθητής λαμβάνει ιδιαίτερη προσοχή από τον δάσκαλο.
02
παράξενος, ασυνήθιστος
qui est étonnant, étrange ou qui sort de l'ordinaire
Παραδείγματα
Il a un comportement singulier qui intrigue ses collègues.
Έχει ιδιαίτερη συμπεριφορά που προκαλεί την περιέργεια των συναδέλφων του.
03
ιδιαίτερος, μοναδικός
qui est unique, particulier ou exceptionnel
Παραδείγματα
Ce cas est singulier et nécessite une attention particulière.
Αυτή η περίπτωση είναι μοναδική και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
04
qui désigne une seule personne, chose ou idée, par opposition à pluriel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
singulier
αρσενικό πληθυντικό
singuliers
θηλυκό ενικό
singulière
θηλυκό πληθυντικό
singulières
Παραδείγματα
En français, "chat" est un nom singulier.



























