Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
silencieux
01
ήσυχος, αθόρυβος
qui se fait ou existe sans produire de bruit
Παραδείγματα
Les pas du chat étaient silencieux.
Τα βήματα της γάτας ήταν σιωπηλά.
Le silencieux
[gender: masculine]
01
σιγαστήρας, αποσβεστήρας
dispositif fixé à l'échappement d'un véhicule pour diminuer le bruit
Παραδείγματα
Les motos sans silencieux sont très bruyantes.
Οι μοτοσυκλέτες χωρίς σιγαστήρα είναι πολύ θορυβώδεις.



























