Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
silencieux
01
ήσυχος, αθόρυβος
qui se fait ou existe sans produire de bruit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus silencieux
συγκριτικός βαθμός
plus silencieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
silencieux
αρσενικό πληθυντικό
silencieux
θηλυκό ενικό
silencieuse
θηλυκό πληθυντικό
silencieuses
Παραδείγματα
Le moteur de cette voiture est très silencieux.
Ο κινητήρας αυτού του αυτοκινήτου είναι πολύ ήσυχος.
Le silencieux
01
σιγαστήρας, αποσβεστήρας
dispositif fixé à l'échappement d'un véhicule pour diminuer le bruit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
silencieux
Παραδείγματα
Le silencieux de ma voiture est percé, ça fait trop de bruit.
Ο εξατμιστήρας του αυτοκινήτου μου είναι τρυπημένος, κάνει πολύ θόρυβο.



























