Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
signer
01
υπογράφω, επιβεβαιώνω με υπογραφή
écrire son nom de manière personnelle pour valider ou approuver un document
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
signe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
signons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
signerai
ενεστώτα μετοχή
signant
παθητική μετοχή
signé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
signions
Παραδείγματα
Les deux parties doivent signer l' accord pour qu' il soit valable.
Και τα δύο μέρη πρέπει να υπογράψουν τη συμφωνία για να είναι έγκυρη.



























