Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
siffloter
01
siffler doucement et d'une manière détendue, souvent sans y penser
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Il sifflotait en marchant dans la rue.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
siffler doucement et d'une manière détendue, souvent sans y penser