siffloter
siffloter

Ορισμός και σημασία του "siffloter"στα γαλλικά

siffloter
01

siffler doucement et d'une manière détendue, souvent sans y penser 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Il sifflotait en marchant dans la rue. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store