sensibiliser
sensibiliser
sɑ̃sibilize
saasibilize
sensibilisé

Ορισμός και σημασία του "sensibiliser"στα γαλλικά

sensibiliser
01

ευαισθητοποιώ, αυξάνω την ευαισθητοποίηση

rendre quelqu'un conscient d'un problème ou d'une situation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sensibilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sensibilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sensibiliserai
ενεστώτα μετοχή
sensibilisant
παθητική μετοχή
sensibilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sensibilisions
Παραδείγματα
Cette campagne sensibilise le public au recyclage. 

Αυτή η καμπάνια ευαισθητοποιεί το κοινό για την ανακύκλωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store