semer
Pronunciation
/s(ə)me/

Ορισμός και σημασία του "semer"στα γαλλικά

01

σπέρνω, καλλιεργώ

mettre des graines en terre pour les faire pousser
semer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sème
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
semons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sèmerai
ενεστώτα μετοχή
semant
παθητική μετοχή
semé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
semions
Παραδείγματα
Sème plus clair pour éviter l' éclaircissage.
Σπέρνω πιο καθαρά για να αποφύγω το αραίωμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store