Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
semer
01
σπέρνω, καλλιεργώ
mettre des graines en terre pour les faire pousser
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sème
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
semons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sèmerai
ενεστώτα μετοχή
semant
παθητική μετοχή
semé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
semions
Παραδείγματα
Sème plus clair pour éviter l' éclaircissage.
Σπέρνω πιο καθαρά για να αποφύγω το αραίωμα.



























