Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sensibiliser
01
ευαισθητοποιώ, αυξάνω την ευαισθητοποίηση
rendre quelqu'un conscient d'un problème ou d'une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sensibilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sensibilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sensibiliserai
ενεστώτα μετοχή
sensibilisant
παθητική μετοχή
sensibilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sensibilisions
Παραδείγματα
Elle sensibilise ses collègues à l' importance de la sécurité.
Ευαισθητοποιεί τους συναδέλφους της για τη σημασία της ασφάλειας.



























