Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secouer
01
κουνώ, ταρακουνώ
mouvoir vivement dans divers sens
Παραδείγματα
Secoue le médicament avant de le prendre.
Ανακινήστε το φάρμακο πριν το πάρετε.
02
ταρακουνώ, κουνώ
agiter violemment ou perturber profondément
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
secoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
secouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
secouerai
ενεστώτα μετοχή
secouant
παθητική μετοχή
secoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
secouions
Παραδείγματα
La nouvelle l'a secoué toute la journée.
Τα νέα τον σάρωσαν όλη την ημέρα.



























