secouer
sec
sək
sēk
ouer
we
ve

Ορισμός και σημασία του "secouer"στα γαλλικά

secouer
01

κουνώ, ταρακουνώ

mouvoir vivement dans divers sens 
secouer definition and meaning
Παραδείγματα
Secoue le médicament avant de le prendre. 

Ανακινήστε το φάρμακο πριν το πάρετε.

02

ταρακουνώ, κουνώ

agiter violemment ou perturber profondément 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
secoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
secouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
secouerai
ενεστώτα μετοχή
secouant
παθητική μετοχή
secoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
secouions
Παραδείγματα
La nouvelle l'a secoué toute la journée. 

Τα νέα τον σάρωσαν όλη την ημέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store