Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secouer
01
κουνώ, ταρακουνώ
mouvoir vivement dans divers sens
Παραδείγματα
Le chien se secoue après le bain.
Ο σκύλος κουνιέται μετά το μπάνιο.
02
ταρακουνώ, κουνώ
agiter violemment ou perturber profondément
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
secoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
secouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
secouerai
ενεστώτα μετοχή
secouant
παθητική μετοχή
secoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
secouions
Παραδείγματα
Ce livre m' a secoué dans mes convictions.
Αυτό το βιβλίο σάλεψε τις πεποιθήσεις μου.



























