Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La scolarité
01
σχολική εκπαίδευση, περίοδος φοίτησης στο σχολείο
période ou fait d'aller à l'école pour recevoir une instruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa scolarité s'est déroulée dans une petite ville.
Η σχολική της εκπαίδευση πραγματοποιήθηκε σε μια μικρή πόλη.
02
σχολική φοίτηση, χρόνια σπουδών
ensemble des années d'étude d'un élève ou d'un étudiant
Παραδείγματα
Sa scolarité au lycée a duré trois ans.
Η σχολική της φοίτηση στο λύκειο διήρκεσε τρία χρόνια.



























