la scolarité
scolarité
skɔlaʁite
skawlarite

Ορισμός και σημασία του "scolarité"στα γαλλικά

01

σχολική εκπαίδευση, περίοδος φοίτησης στο σχολείο

période ou fait d'aller à l'école pour recevoir une instruction 
la scolarité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa scolarité s'est déroulée dans une petite ville. 

Η σχολική της εκπαίδευση πραγματοποιήθηκε σε μια μικρή πόλη.

02

σχολική φοίτηση, χρόνια σπουδών

ensemble des années d'étude d'un élève ou d'un étudiant 
Παραδείγματα
Sa scolarité au lycée a duré trois ans. 

Η σχολική της φοίτηση στο λύκειο διήρκεσε τρία χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store