Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le score
01
βαθμολογία, σκορ
nombre de points ou de bonnes réponses obtenues dans un test ou un examen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
scores
Παραδείγματα
Un bon score permet d' accéder à l' université.
Ένας καλός βαθμός επιτρέπει την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο.
02
σκορ, αποτέλεσμα
résultat d'un match, d'un jeu ou d'une compétition indiquant le nombre de points marqués
Παραδείγματα
Le score est serré entre les deux équipes.
Το σκορ είναι σφιχτό μεταξύ των δύο ομάδων.



























